Tuesday, September 20, 2011

Κάτω απ' την βροχή

Αμέτρητες ομπρέλες ανοιχτές γύρω του. Τρέχουν, ανοίγουν, προχωρούν, σταματούν, κλείνουν, στέκονται, μα όλες κρύβουν τα πρόσωπα τους. Γέρνει την ομπρέλα του στο πλάι κι αφήνει την βροχή να στάξει πάνω του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξεφυσά. Την κοιτάζει να μιλά στο κινητό χαζεύοντας την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Σ' ένα βιβλιοπωλείο την γνώρισε. Η φωνή της μαρτυρά την φόρτιση της. Θέλει να της ομορφύνει τη μέρα. Μαζεύει την ομπρέλα του στην τσάντα και την πλησιάζει. "Ακολούθησε με" της ψιθυρίζει χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Την έπιασε απ' το χέρι και την πήγε να περπατήσουν στην άκρη του πεζοδρομίου. Εκτεθειμένοι στην βροχή. "Τι κάνεις; Βρεχόμαστε!". "Τι πειράζει;" και της χαμογελά. Λίγα μέτρα πιο κάτω συναντούν μια μπάντα του δρόμου να συνεχίζει τη μουσική παρά τον υγρό καιρό και σταματούν. Ο σαξοφωνίστας τους κλείνει το μάτι κι εκείνος τυλίγει το χέρι του στη μέση της και την σπρώχνει σε χορό. Χορεύουν στους ρυθμούς της τζαζ και της αγάπης τους. Δεν τους νοιάζει αν τους κοιτούν οι περαστικοί. Δεν τους νοιάζει που γελούν δυνατά. Δεν τους νοιάζει που στάζουν πια. Η φωνή της συνήλθε. Μετά από μισή ώρα σταματούν τον χορό. Αποχαιρετούν τη μπάντα, παίρνουν τον ηλεκτρικό και γυρνούν στο σπίτι τους. Με την ομπρέλα κλειστή στην τσάντα.

Monday, August 29, 2011

Νυχτερινή ησυχία

Έχει ψυχρούλα απόψε μα ευτυχώς δεν φυσά.
Τα περισσότερα φώτα των σπιτιών είναι σβηστά. Άραγε πόσοι ξενυχτούν απόψε; Πόσους γοήτευσε σιωπηρά τούτη η νύχτα; Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξενυχτώ εδώ έξω. Στη σιγαλιά της εικόνας σου. Στην ησυχία της νύχτας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό... Την θέα των πεφταστεριών... Πως λάμπουν, πως ξεθωριάζουν... Την δύναμη μιας ευχής... 
Τούτη η νύχτα σίγησε. Μονάχα η θάλασσα ηχεί στα βράχια. Μαζί κι η ανάσα του ύπνου σου.
Τι ωραία υποφερτή που είναι τούτη η σιωπή!
Στιγμές... Παντού στιγμές αλησμόνητες να χαϊδεύουν του νου ευχές και νοσταλγίες. Και ζωές...
Εσύ... Μόνο εσύ...
Ίσως να 'ναι τρεις. Δεν θέλω να πάμε μέσα. Δεν θέλω να σε ξυπνήσω. Δεν χορταίνω να σε κοιτάζω!
Έπεσε κι άλλο αστέρι. Πρόλαβα να κάμω ευχή. Αχ, η δύναμη μιας ευχής, αχ!
Μ' αρέσει που κουλουριάζεσαι όλο και πιο πολύ πάνω μου κάθε φορά που νιώθεις ένα τρυφερό μου φιλί. Μ' αρέσει που μ' αγαπάς και σ' αγαπώ.
Κράτα με... Μόνο κράτα με...
Κι ας κοιμάσαι, άσε ν' ανατριχιάζει η αύρα της ανάσας σου τρυφερά το λαιμό μου.
Ας κοιμηθούμε έξω. Πάνω στο γρασίδι. Κάτω απ' τον ουρανό. Πιο απλά θα βρούμε πάλι έτσι;
Εμείς οι δυο μόνοι και μαζί όλος ο κόσμος.
Σκόρπισε η νύχτα την σκοτεινή ομορφιά της.

Tuesday, May 17, 2011

Sand

Να κοίτα!
Ήρθε!
Απλώνεται πάνω μας.
Ξεσηκώνει το κορμί.
Να κοίτα...
Πως σε κοιτώ όταν είσαι δω.
Πως χαμογελάς όταν ανεμίζεις τα μαλλιά μου.
Πως σ' ακούω όταν μου μιλάς.
Με ηλεκτρίζεις όπως κι αν μ' αγγίζεις.
Να κοίτα...
Πως το φεγγάρι λαμποκοπά στην θάλασσα.
Βούτηξα το πόδι στην άκρη της.
Είναι κρύα, είναι γαλήνια.
Να κοίτα...
Πως εσύ με βούτηξες μετά στα κλεφτά...
Έλα λίγο να κάτσουμε χάμω.
Βουβοί.
Τάισε με απ' τις φράουλες που έφερες.
Να κοίτα...
Γεύομαι τον έρωτα στην πρώτη τους μπουκιά.
Μ' αρέσει αυτή η γεύση.
Σειρά μου τώρα.
Έλα λίγο να χορέψουμε.
Ξυπόλητοι στην άμμο.
Και πάμε μετά.
Να κοίτα...
Πως αφέθηκες...
Πως με πλάνεψες...
Πιάσε με και πάμε.
Να κοίτα...
Πως περνάμε οι δυο μας!
Να κοίτα!
Ήρθε!
Κι άλλο καλοκαιράκι περνά...
Και περνάει μαζί σου...

Friday, May 13, 2011

- And dance along to your latest tune*

Brett Anderson (& Emmanuel Seigner) - Back to you

Σ' ένα ξένο δωμάτιο

Τούτες τις μέρες αποχαιρετιστήκαμε σ' ένα ξένο δωμάτιο. Λίγο πριν την ανάσα εκείνη που τον πρόδωσε. Την φοβόταν μα στο τέλος την αποζητούσε για να λυτρωθεί στην αξιοπρέπεια που τόσο εξυμνούσε.
Δεν του είχε μείνει τίποτα άλλο παρά μόνο το αντίο. Δεν χωρούν πολλά σε δυο αντίο. Και δεν θέλεις να τα χαραμίσεις σε φανφάρες και σπαραγμούς. Τα θες σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς κανένα κρυφτό.
Δυο σ' αγαπώ, δυο ζευγάρια χέρια σφιχτά δεμένα, δυο αντίο.
Πως να του κρυφτείς; Όταν τα μάτια του προλαβαίνουν αυτά που δεν τόλμησες να σκεφτείς;
Δεν ξανάδα το βλέμμα του τόσο διάφανο και τόσο κρυστάλλινο. Ίσως πάλι να 'ταν εντύπωση μιας έντονης στιγμής...
Μόνοι και μαζί. Γενναίοι κι ευάλωτοι. Ταυτόχρονα. Απ' τις φορές που νιώθεις ερημιά και συντροφικότητα μαζί. Μοιραζόμασταν διαφορετικά ότι εκείνος κουβαλούσε.
Ήταν πια θέμα ημερών και το ξέραμε. Έχουν πάψει όλα τα άλλα στάδια. Σου 'χει μόνο η παραδοχή. Δεν ξέρω τι είναι. Γνώση συμβιβασμού, γνώση παραίτησης ή γνώση θάρρους; Ξέρω πως η παραδοχή είναι λυτρωτική με την συμφιλίωση της.
Θέλει γερά κότσια να ξέρεις πως ο θάνατος σε παραμονεύει. Ιδίως όταν πια δε μπορείς να τον αποτρέψεις. Βαρύ φορτίο κουβαλούσε για να τον κατανοήσεις. Μάλλον ήταν δυσκολότερο απ' το να τον βλέπεις να χάνεται μέρα με τη μέρα. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε η αρρώστια μέσα στο κορμί του. Στήριγμα χρειαζόταν κι ήμουν πλάι του. Απ' την αρχή ως το τέλος. Σα να ήμασταν μια γροθιά. Πάλεψε, συμφιλιώθηκε, ηττήθηκε. Παλέψαμε, συμφιλιωθήκαμε, ηττηθήκαμε. Μ' όλα όσα μας περικύκλωναν.
Χωρέσαμε όσα δεν θα προλαβαίναμε. Λιγοστός ο χρόνος. Πικρό το περιθώριο του. Μου είπε να μην λυγίσω, μα εγώ λύγισα. Μου είπε να μην κλάψω, μα εγώ έκλαψα. Μου είπε να μην θρηνήσω, μα εγώ θρήνησα. Είναι αμείλικτα αυτά.
Η απώλεια σ' αλλάζει. Δεν το επιδιώκεις, γίνεται από μόνο του. Μετράς αλλιώς ότι αξίζει. Σκληραίνεις και μαλακώνεις. Ταυτόχρονα.
Μου είπε να μην σταματήσω να ζω κι εγώ τον άκουσα.
Σου λείπει αλλά δεν τον ξεχνάς. Τον αναζητάς κι αν κάπου κάπου τον νιώσεις, χαίρεσαι κι ας το επινόησες.
Πάντα μου λείπεις. Πάντα σ' αγαπώ. Πάντα σ' αναζητώ μα ξέρω γύρω μου κάπου θα σε βρω.

Wednesday, May 4, 2011

″Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια... Αυτά που θα σ' αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις…″ Θανάσης Βέγγος - Ένας ωραίος άνθρωπος!

Monday, April 18, 2011

Κρύο μες την άνοιξη

Έβγαλε κρύο απόψε η άνοιξη. Έκλεισε τα πατζούρια χαμογελώντας στην θέα της λίμνης που έκρυβε λίγο - λίγο. Έσβησε τα φώτα κι άφησε αναμμένο το πορτατίφ για χάρη της. Πήγε κοντά της, την σκέπασε και της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της. Πήγε στο υπνοδωμάτιο της. Αυτό που κάποτε ήταν το δικό της παιδικό δωμάτιο. Οι νυχτερινές ώρες ήταν ανέκαθεν οι προσωπικές της. Σήμερα δεν είχε το κουράγιο να κάνει ότι συνήθιζε. Ήταν αρκετά αδύναμη. Ξάπλωσε κι άνοιξε το βιβλίο εκεί που ήταν αφημένος ο σελιδοδείκτης. Δεν πρόλαβε να διαβάσει την δεύτερη σελίδα όταν επανεμφανίστηκε δριμύτερος. Άρχισε πάλι να βήχει. Σηκώθηκε και πήρε κι άλλο φάρμακο. Έριξε ένα πλεκτό σάλι στους ώμους της και κάθησε στην κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν ξύλινη και σκαλιστή και μετρούσε χρόνια απ' την προγιαγιά της. Άνοιξε την τηλεόραση και το άφησε σε μια ασπρόμαυρη ταινία. Από παιδί λάτρευε τις ασπρόμαυρες ταινίες. Όταν τέλειωσε η ταινία, ένιωσε το φάρμακο να νικά τον βήχα. Ξάπλωσε πάλι. Ήλπιζε πως απόψε θα την επισκεπτόταν ο Μορφέας. Ήλπιζε πως θα ξεπερνούσε τον βήχα, αλλά ο βήχας επέστρεψε δυνατότερος. Όλη η νύχτα κύλησε έτσι. Ήταν εξίμισι τα χαράματα όταν σηκώθηκε πάλι. Εξαντλημένη κι ιδρωμένη, σε κάθε τράνταγμα του βήχα πονούσε όλο το κορμί της και γρατζουνούσε όλο και πιο βίαια το λαιμό της και τα πνευμόνια της. Ένιωθε πως της έκλεβε τις πνοές. Πήγε με το ζόρι στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε καινούριες ρυτίδες, τους μαύρους κύκλους, τα εξασθενισμένα μάτια και χείλη. Το βλέμμα της. Έχασε την ισορροπία της αλλά ευτυχώς στηρίχθηκε στο νιπτήρα. Έριξε νερό στο πρόσωπο της και ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Οι στάλες κυλούσαν στο πρόσωπο της και μερικές δρόσιζαν το στήθος της. Το βλέμμα της ήταν το ίδιο. Προχώρησε στον διάδρομο και την κοίταξε. Μετά γύρισε γρήγορα στο δωμάτιο της για να μην ξυπνήσει. Έκλεισε την πόρτα κι άνοιξε τα πατζούρια με πείσμα. Γύρισε την κουνιστή πολυθρόνα προς τη λίμνη, έβαλε το σάλι στους ώμους της και κάθησε. Άκουγε τους τριγμούς που προκαλούσε η κούνια στο ξύλινο πάτωμα. Κοιτούσε τη λίμνη και περίμενε βήχοντας.  Ο βήχας την αποδυνάμωσε πια. Ο κρύος αέρας ήταν παρηγοριά στο κορμί της. Ένιωθα τα μάτια της να υγραίνονται. Πήρε ένα μολύβι κι ένα χαρτί απ' το κομοδίνο. Άρχισε να γράφει. Τα χέρια της έτρεμαν. ″Συγνώμη που δεν πρόλαβα. Ήθελα να σε ζήσω κι άλλο. Σ' αγαπώ τόσο..." Δεν πρόλαβε να τελειώσει την τελευταία πρόταση. Δεν πρόλαβε να βάλει την τελευταία τελεία της. Το χέρι της σταμάτησε κι έπεσε στο πλάι και το μολύβι στο πάτωμα.

Monday, January 3, 2011

Beautiful rainy day

Πριν λίγο έκλεισα τα παντζούρια. Χάζεψα. Όλα υγρά, όλα ήσυχα, όλα θολά. Όλο τόσο νουάρ... Χαμογελούσα μόνη. Η δεύτερη μέρα του έτους μας ξημέρωσε βροχερή. Ένα τραγούδι μου ήρθε. "Catch a falling star and put it in your pocket, never let it fade away, save it for a rainy day". Ωραία περάσαμε. Δεν αλλάζω με τίποτα τα βλέμματα, τα φιλιά και τις αγκαλιές που μοιραζόμαστε κάθε χρόνο, στον ίδιο χώρο με τους ίδιους σχεδόν ανθρώπους - κι αυτοί που λείπουν, δε λείπουν μέσα μας, τις ευχές που ανταλλάσουμε με αγάπη. Αυτό είναι δώρο και τύχη. Να πηγάζει από μέσα σου το χαμόγελο κι όχι να το φοράς. Καλή μας χρονιά!

Saturday, December 11, 2010

Χιονίζει! Χιονίζει!

Ήρθε! Γέμισε την πόλη όλη! Κάνει παγωνιά έξω κι οι νιφάδες ζωγραφίζουν μια λευκή πόλη! Μ' αρέσει, σαν παιδί το ευχαριστιέμαι! Με τις κουρτίνες ολάνοιχτες πίνοντας ζεστό τσάι αρωματικό! Τι κι αν δεν το στρώσει; Χιονίζει! Χιονίζει!

Tuesday, October 5, 2010

What a glorious feeling!

Είναι νωρίς, ακόμα απόγευμα κι όμως βράδιασε. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Η κουρτίνα ανεμίζει πίσω μου και πότε πότε μου ηλεκτρίζει τα μαλλιά. Τα σύννεφα σκέπασαν την πόλη. Βρέχει.  Έχει ψυχρούλα. Το φθινόπωρο μάλλον ήρθε για να μείνει. Όλα είναι τόσο ήσυχα και τόσο λαμπερά στην βροχή. Σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Κρυώνω. Κλείνω τα μάτια κι όλα σιωπούν περισσότερο. Μόνο η μελωδία των βροχοσταλιών παίζει στον δικό της ρυθμό. Κάπου κάπου ακούγεται ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και μια άλλη ανατριχιάζει το λαιμό μου. Γέρνω προς τα πίσω και νιώθω το χτυποκάρδι του. Με τυλίγει κι εγώ κουρνιάζω στην αγκαλιά του. Χωρίς λαλιά. Μυρίζω το άρωμα του. Μυρίζω το βροχερό χώμα. Αγαπητές μυρωδιές ανακατεμένες. Θέλει να μοιράζεται. Σε δικές μου στιγμές να ζει, να χωράει. Σφίγγω τα χέρια του. Τα δικά του με σφίγγουν λίγο πιο δυνατά. Με ζεσταίνει. Πάντα με ζέσταινε. ″I'm singing in the rain, just singing in the rain…″ τον ακούω να τραγουδάει και να με καλεί σε χορό. Πώς να μην τον ακολουθήσω; Είμαι τόσο τυχερή! ″...What a glorious feeling″!

I'm singing in the rain, just singing in the rain
what a glorious feeling
and I'm happy again
I'm laughing at clouds, so dark up above
the sun's in my heart and I'm ready for love
let the stormy clouds chase
come on with the rain, I've a smile on my face
I walk down the lane with a happy refrain
just singing, singing in the rain
dancing in the rain, I'm happy again
just singing in the rain
I'm singing and dancing in the rain

Friday, September 24, 2010

Είναι κάποιες μέρες άτιμες. Συγκεκριμένες. Κι αν τα χρόνια περνούν, έρχεται η μέρα που σε γυρνά εκεί πίσω. Το ξαναπερνάς. Άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο ήπια. Βλέπεις τις ίδιες σκηνές. Οι ίδιες αισθήσεις πάλι. Βαθύτερες, ξεπερασμένες. Είναι οι μέρες που σε νικούν όσο κι αν νομίζεις πως τις ξεπερνάς. Ανήμπορος στη θύμηση της. Χαραγμένη την κουβαλάς. Προχωράς. Ναι. Για μια μέρα όμως αφήνεσαι γιατί δεν σ' αφήνει αυτό. Γιατί μερικά γεγονότα σου αφήνουν σημάδια που δύσκολα ξεφτίζουν. Σήμερα είναι μια τέτοια μέρα, μια μέρα δική μου. Και το μόνο που ζητώ είναι ένα χάδι. Το δικό σου χάδι μόνο. Κι ας μη μου το δώσεις, εγώ θα το ζητώ βουβά. Σημερινή ανάγκη. 

Saturday, August 28, 2010

Έχει δροσιά...
Κι αέρα...
Άκου τον παφλασμό των κυμάτων!
Ακούω.
Είμαι ξυπόλητη. Φορώ σορτς και ζακέτα.
Κι εγώ ξυπόλητος με φούτερ.
Με θέα τ' άστρα...
Και την θάλασσα...
Ρομάντζο μ' ακούγεται
Με το φεγγάρι γεμάτο...
Ατμοσφαιρικό
Ναι, η εξοχή βλέπεις...
Βάλε σαγκρία!
Τα μεζεδάκια...
Μουσική...
Τσιγάρο...
Παρεάκι...
Έμπνευση!
Έχεις κάτι να μου διαβάσεις;
Όχι τώρα. Θέλω τον έρωτα!
Εμείς!
Το βλέμμα σου...
Ζωή...
Δεν θέλω άλλο την πόλη;
Αυτήν την πόλη;
Αυτήν!
Επιστρέφουμε σ' αυτήν αύριο.
Μμμ... Μετά το μπάνιο.
Μετά. Ξέρεις τι ονειρεύομαι;
Το φαντάζομαι.
Κι εσύ;
Κι εγώ τι;
Το ονειρεύεσαι;
Ξέρεις...
Θέλω να μου πεις!
Την ευτυχία.
Σ' αγαπώ...
Κι εγώ,πολύ...

Κάτι άλλο.
Πες.
Επιστρέψαμε;
Τι εννοείς;
Δεν περάσαμε ωραία χθες;
Πάντα!
Μια εικόνα ονειρευτή.
Θυμηθήκαμε τα όνειρα μας.
Μ' αρέσει το μας! Δεν ήθελες να ξημερώσει.
Ούτε εσύ.
Απόλαυση...
Μ' ένα σου χάδι...
Σήμερα φτιάξαμε βαλίτσες.
Μμμ...
Πήγαμε για μπάνιο.
Τι θέλεις;
Φτάσαμε εδώ.
Ναι.
Άνοιξα τα παράθυρα.
Μύριζε πολύ.
Κοίτα. Σ' αρέσει;
Οι διακοπές τελείωσαν. Λες να μ' αρέσει;
Μμμ...
Δεν σ' αρέσει ε;
Όχι πολύ. Επιστρέψαμε;
Γλυκό μου!
Πες! Επιστρέψαμε;
Αν το θες όχι...
Πότε τότε;
Όταν θα 'μαστε έτοιμοι.
Εσύ το θες;
Ναι! Μαζί σου μόνο!
Μαζί!
Κράτα με!

Friday, July 2, 2010

Ζω σε μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις. Έχει γωνιές γραφικές, έχει γωνιές μοντέρνες. Έχει γωνιές που ευτυχούν, έχει γωνιές που πονούν. Μεγάλωσα σ' έναν άλλο τόπο. Τόπος στάσιμος σαν το βούρκο. Όχι δε μπορεί να 'ναι ο τόπος μου αυτός. Στα ταξίδια μου τα λίγα είδα κόσμους ωραίους. Παραδοσιακούς, βιομηχανικούς, ωραίους, φυσικούς, αναξιοποίητους κι αξιοποιημένους. Στις διακοπές όλα τα χαίρεσαι αλλιώς. Στις διακοπές όλα φαίνονται αλλιώς. Μα αν βρίσκεις λίγο λίγο κάτι από σένα; Η πόλη που ζω ίσως ήταν καλύτερη παλιά. Τρεις δρόμοι δεν αρκούν να την κάνουν όμορφη. Οι άνθρωποι που αγαπάς και μένουν στην ίδια πόλη την κάνουν όμορφη; Της χαρίζει βεβαίως κι άλλο. Μα ζω σε μια πόλη που δεν είμαι εγώ. Άλλες φορές ξεφεύγω στην ποιητική αρμονία του Σαίξπηρ. Έχεις διαβάσει το The midnight summer dream; Έχεις δει μήπως την ταινία; Ξυπόλητοι στην φύση. Ρούχα φτιαγμένα από υλικά της φύσης. Με ανθιστή και πολύχρωμη φύση. Δεντρόσπιτα και βραχόσπιτα. Κολύμπι στις λίμνες. Πιάτα από πλατιά φύλλα και φλογέρες από κλαδιά. Με φυσικό φαγητό. Αυτά ακούγονται ρεαλιστικά αλλά πολύ, όμως πολύ παλιά. Με νεράιδες και ξωτικά. Μάγισσες με τα ξόρκια τους. Τον γέρο να μαθαίνει τα βότανα. Άνθρωποι και πλάσματα. Ωραίο ε; Το καλό και το κακό ξεκάθαρα. Το χρήμα ανύπαρκτο. Πες με ονειροπόλα, αλλά είναι ένας κόσμος με φυσικές κι ειλικρινείς ανέσεις. Ας είναι παραμύθια, δε μ' ενοχλεί. Μ' ενοχλεί που η πόλη που ζω δεν είμαι εγώ. Δε με χωράει πια ακόμα κι αν ξορκίσω ότι με στοιχειώνει.
Πατρίδα μου σ' αναζητώ. Πατρίδα μου όταν σε βρω σε σένα θα πορευτώ.

Thursday, July 1, 2010

Είναι καλά...

Κάθεσαι έξω στο στέκι με φίλους μες στη μεσημεριανή ζέστη. Σου φέρνουν ζεστό καφέ και σε πειράζουν και γελούν. Παρήγγειλες αφηρημένο καμπουτσίνο ενώ ήθελες φρέντο, αλλά πως να πιεις ζεστό ρόφημα ενώ ζεσταίνεσαι; Βαριέσαι λίγο γιατί συζητούν τα επιστημονικά τους, καθώς εσύ ανήκεις στα δημιουργικά. Μετά μιλάτε γενικότερα. Διακοπές, νησιά, θάλασσες, χώρες, πολιτική, σινεμά, θέατρο... Χαζεύεις που και που τους περαστικούς. Κάθεσαι χαλαρά γιατί όλα είναι καλά. Όλα είναι καλά... Αμέ! Αλλά... Ένα τηλεφώνημα... Ακούς "ατύχημα". Γυρνάς το κεφάλι. Ακούς "παρολίγον επικίνδυνο τρακάρισμα". Ουάου! Ακούς νοσοκομείο. Δεύτερο ουάου! Ακούς "χτύπησε στην σπονδυλική στήλη". Τρίτο ουάου! Μετά δεν χωρούν άλλα ουάου γιατί μαθαίνεις πως πρόκειται για την αδελφή σου. Μια στιγμή κι είσαι πάλι κοντά σε χαμό. Μια στιγμή αρκεί να σ' αναστατώσει πάλι την ζωή. Φεύγεις και πας κοντά της. Και την κοιτάζεις. Ξαπλωμένη, πονάει και πρέπει να μείνει ακίνητη πάνω στην άβολη, σκληρή σανίδα, όμως χαμογελάει... Σοκαρισμένη και σιωπηλή, όμως χαμογελάει... Σε κοιτά βουρκωμένη και φοβισμένη, όμως χαμογελάει γιατί έζησε... Και της χαμογελάς και της μιλάς και την χαϊδεύεις. Συγκινημένα. Ευτυχώς είναι καλά! Ευτυχώς θα γίνει καλά! Η ζωή είναι τόσο εύθραυστη, όσο κι αν κατέχεις τη σιγουριά της νιότης. Η αδελφή μου έζησε από θαύματα κι όχι θαύμα. Ναι! Εγώ τα λέω θαύματα γιατί υπάρχουν! Αν ήξερες, μόνο αν ήξερες...