Thursday, December 22, 2011

Ξαγρυπνώντας...

-  http://www.youtube.com/watch?v=l9cVN4ZqNIM * (κλικ!)

Το i-tunes παίζει ″The winter - by Balmorhea″ στο repeat. Αχ, να 'ξερες πόσο μ' αρέσει τούτη η μουσική! Έτσι. Χωρίς φωνή, χωρίς στίχους. Να σε πηγαίνει αυτή μόνη της. Δεν ξέρω γιατί ξεκίνησα να γράφω. Έξω είναι μαύρη νύχτα κι εγώ πίνω χαμομήλι, για να μαλακώσει τον οισοφάγο μου και ξαγρυπνώ λες κι είναι φυσιολογικό. Έχω καιρό να εμπνευστώ. Κι έχω παραμελήσει το βιβλίο που διαβάζω τώρα. ″Μέσα απ' το ποτάμι και στα δέντρα ″ του Έρνεστ Χεμινγουέι. Δε μ' αρέσει αυτή η διαπίστωση γιατί δεν το έχω ξανακάνει. Συνήθως ρουφώ τα βιβλία μέχρι το τέλος μέσα σε λίγες μέρες. Ίσως γιατί ο άτιμος στάζει σε κάθε λέξη του, κάθε γραμμή, κάθε σελίδα από νοσταλγία με μελαγχολικό αλλά τρυφερό τόνο. Είναι αυτή η οικειότητα που αποκτάς μ' έναν συγγραφέα, όσο τον γνωρίζεις καλύτερα τόσο τον αγαπάς περισσότερο, μαζί και τα γραπτά του. Τώρα βέβαια είμαι αλλού. Προτιμώ να διαβάζω άρθρα (παντός θέματος, λιγότερα πολιτικά), σκέψεις, κείμενα, ιστορίες. Χάνομαι μέσα απ' αυτές. Η αδελφή μου με θεωρεί υπερβολική όταν της μιλώ για κάτι που μ' εντυπωσίασε ή μου κόλλησε. Μ' αρέσει να διαβάζω. Μ' αρέσει και να γράφω. Ιστορίες, προσωπικά, παραμύθια. Ξεκινώ, σταματώ, ξανακάθομαι, το παρατώ, το παλεύω, τελειώνω και φτου πάλι απ' την αρχή. Φυσικά και δεν είμαι συγγραφέας. Τι σου είναι όμως η γραφή, λυτρωτική ή φορτική.

Μ' αρέσει να μαγειρεύω και καλώ συχνά φίλους. Κακά τα ψέμματα, η μαγειρική φέρνει τόσο κοντά τους ανθρώπους. Μιλάς, γελάς, φωνάζεις. Ένα άγγιγμα, ένα χάδι, ένα σκούντημα. Μοιράζεσαι. Αυτό είν' το υπέροχο! Όπως έγραψε κι ένας συμπορευτής: ″Αν καταφέρεις και κλέψεις λίγα χαμόγελα από έναν φίλο και τον κάνεις έστω και λίγο να νιώσει ζεστασιά και φίλους γύρω του, τότε έχεις καταφέρει πολλά." τον νιώθω, κυριολεκτώ. Μικρές στιγμές ευτυχίας. Σπάνια τρώω μόνη μ' ένα grey's anatomy. Έχω την τύχη να κατοικώ στην ίδια πολυκατοικία με την αδελφή μου και κάποιους φίλους και καλοσυνάτους γείτονες. Έχω την τύχη να ζω στην ίδια πόλη με πολλούς ανθρώπους - όχι όλους - που αγαπώ. Είναι απόκτημα ακριβό να μπορείς να λες κάποιους ανθρώπους δικούς σου. Είναι αγαθό ακριβό το γέλιο, η θαλπωρή και η παρέα κι ευγνωμονώ γι' αυτά. Είναι ωραίο, αυτοί που ξέρουν, να βγάζουν τα παπούτσια τους και να διπλώνουν τα πόδια τους στον καναπέ σου. Έτσι απλά.

Μ' αρέσει πολύ να περπατώ. Δε με νοιάζει αν περπατώ μόνη. Δεν είναι κακό ν' αναζητάς προσωπική ησυχία που και που, αρκεί να μην το παρακάνεις. Μια βόλτα είναι ένα καλό ξελαμπικάρισμα, ένα καταφύγιο. Η καλύτερη μου είναι όταν φυσάει, γιατί τότε ο νους αδειάζει. Για φαντάσου να μην σκέφτεσαι για ένα λεπτό. Για κάποιους είναι εύκολο, για κάποιους είναι δύσκολο, όπως για μένα. Βρήκα τον τρόπο μου με τον αέρα. Είναι τόσο αναζωογονητικό! Μ' αρέσουν πολύ κι οι βόλτες με αυτοκίνητο. Σε κάθε τους μορφή, με μια μικρή προτίμηση στις νυχτερινές περιπλανήσεις της πόλης.

Μ' αρέσει να δημιουργώ και χαίρομαι που θ' αποκτήσω πάλι τα μέσα. Χαίρομαι που θα μπορώ πάλι να το κάνω. Κάθε δημιουργία είναι μια γωνιά της ματιάς σου, αφήνεις ένα αποτύπωμα απ' την δική σου έκφραση και τα μέσα είναι απαραίτητα. Εντάξει, αν υπερβάλλω μην δίνεις σημασία απόψε!

Μ' αρέσει να βγαίνω πάρα πολύ. Όσο μου το επιτρέπουν τα οικονομικά βγαίνω για ποτό, συναυλίες και lives, φαγητό, θέατρο, εκθέσεις, λιγότερο πια σινεμά, για διασκέδαση ή οτιδήποτε τελοσπάντων γουστάρουμε. Για καφέ μ' αρέσει μόνο το πρωί αλλά για να είμαι ειλικρινής, ποτέ μου δεν τον είχα σε υπόληψη. Θέλω να δω θέατρο, γιατί έχω καιρό να δω. Δεν θέλω να δω κάτι σοβαρό, δραματικό ή ψαγμένο. Όχι δεν αναζητώ την κάθαρση. Θέλω να τ' απολαύσω με την ψυχή μου και να παρακολουθήσω μια αισιόδοξη παράσταση κι έχω κατά νου Χάρολντ & Μωντ και Ιστορίες του Μετρό (ή κάπως έτσι). Οι έξοδοι φυσικά κι έχουν μειωθεί. Σάμπως αποτελώ εγώ εξαίρεση της κρίσης; Πριν λίγα χρόνια, θυμάμαι, βγαίναμε κάθε βράδυ και δεν υπολογίζαμε τίποτα, δε πα να δουλεύαμε όλη μέρα! Χορό και μπαρότσαρκες, παρέες και έρωτες! Δεν παραπονιέμαι καθόλου. Περισσότερες μαζώξεις στο σπίτι. Γίναν πια της μόδας, όπως τότε οι βιντεοβραδιές. Ποιος είπε ότι είναι άσχημα; Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι ανοιχτό και με κόσμο. Απ' όταν έφυγα για σπουδές, το σπιτάκι μου ήταν και συνεχίζει ανοιχτό. Να σου πω κάτι; Δένεσαι πιο πολύ γιατί η επαφή είναι περισσότερο ευθύς και ήσυχη κι έτσι γίνεται πιο προσωπική. Είναι ωραίο να θέλει ο άλλος να έρχεται στο σπίτι σου. Είναι ωραίο να σε παίρνει τηλέφωνο ο άλλος αυθόρμητα και να σε ρωτά ″Να 'ρθω;″.  Πάντα ήμουν γυριστρούλα και σπιτόγατος. Το λοιπόν, γυριστρούλα και σπιτόγατος και τώρα! Θέτω όρια χωρίς να στερούμαι. Μαθαίνω τι μπορώ να κάνω με λιγότερα χρήματα και να περνώ - στα υπέρτατα σταθμά - τέλεια. Η πολυτέλεια είναι πολυτέλεια. Η απλότητα είναι απλότητα. Είναι μια συγκυρία - καλή ή κακή, πες το όπως θες - ν' αναθεωρήσουμε την αξία της απλότητας και της καταναλωτικής πολυτέλειας. Μ' αρέσει να ταξιδεύω αλλά αν δεν το κάνω, δεν θα πέσω να πεθάνω κιόλας. Μ' αρέσουν τα γαλλικά και θέλω να τα συνεχίσω αλλά αν δεν το κάνω, είπαμε, δεν θα το ρίξω στο πιοτό. Μ' αρέσει να ψωνίζω αλλά ως εκεί που φτάνω. Κλπ, κλπ.

Κρατώ την τηλεόραση κλειστή όσο περισσότερο μπορώ. Ενημερώνομαι από το ράδιο, το διαδίκτυο και τις εφημερίδες. Απογοητεύομαι απ' την επικαιρότητα και ζητώ τα καλά νέα. Θρέφω την ελπίδα μου με τα καλά νέα. Ποια είναι αυτά; Η ανθρωπιά. Παίρνω δύναμη απ' τους ανθρώπους, παρά τον σωρό προβλημάτων τους, που κάνουν τα αδύνατα δυνατά και βοηθούν συνανθρώπους που έχουν πρόβλημα. Καλοσύνη, αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια, γενναιοδωρία, αγάπη. Κάτι καλό υπάρχει εκεί. Μην το παραβλέπεις, να συνεισφέρεις κι εκεί. Όσο μεγάλη κι αν είναι η στεναχώρια της δυσκολίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η χαρά της καλοσύνης. Κρατώ αυτήν την όψη της κρίσης.

Η άλλη όψη της κρίσης είναι απεχθής και δεν την θέλω. Φτάνει σιγά - σιγά να εισβάλλει στο πετσί και τα μέσα μας. Σκατά! Πολλοί πανικοβάλλονται, πολλοί έχουν ουσιαστικό πρόβλημα και δε δύνασαι να κάνεις και πολλά γι' αυτό. Όταν κρυώνεις, κρυώνεις! Όταν πεινάς, πεινάς! Όταν διψάς, διψάς! Δεν χωρά τίποτα άλλο σ' αυτά. Η συμπαράσταση τι άλλο να σου πει; Η πίστη κι η προσευχή σε βοηθούν; Θες να μουντζώσεις κι αυτούς που κλαψουρίζουν δίχως να 'χουν πρόβλημα. Προσπαθείς να ενθαρρύνεις τον άλλον τονίζοντας ότι θετικό στοιχείο σκαρφίζεσαι, αλλά τα μάτια τους μαρτυρούν την αγωνία τους κι ο φόβος τους περικυκλώνει σαν στοιχειό!

Εσύ ο βράχος, εσύ ο ρομαντικός, εσύ ο ατάραχος, εσύ ο δυνατός! Εσύ που κρατιέσαι στα αντίξοα. Αλλά έλα που έρχεται η ριμάδα η στιγμή που λυγίζεις και κλαις ασυναίσθητα όταν βλέπεις που οδηγεί η κρίση τον συνάνθρωπο σου - ή εσένα. Δεν είναι μόνο το υπαρκτό οικονομικό πρόβλημα, το ξέρουμε, είναι κι όλα τα μη αμελητέα υπόλοιπα που την συσπειρώνουν, τα ξέρουμε. Και δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα τι έπεται, γιατί τούτη δω η κρίση μοιάζει για κρίση δίχως τελειωμό, που μου 'πε κι ο Νίκος. Δεν θέλω να βγω απ' αυτή την κρίση άγρια, ούτε θέλω να γίνουμε σκυλιά της. Διάολε, είμαστε μαζί σ' αυτό! Παρηγοριά; Όχι! Συντροφιά; Ναι! Ναι, διάολε, ναι! Η συντροφιά τα αλλάζει όλα. Το μαζί τα αλλάζει όλα. Γυρνάς στον βράχο, στον αισιόδοξο, στον ατάραχο, στον δυνατό σου χαρακτήρα. Συνέρχεσαι.

Πλησιάζουν Χριστούγεννα κι είναι πιο γλυκόπικρα από ποτέ. Θέλεις να ξεφύγεις απ' τον φόρτο των γεγονότων, κυκλωμένων από θλιμμένη και θυμωμένη διάθεση, για να ξεχαστείς. Είναι οφθαλμαπάτη ή ρεαλισμός πως όντως θα ξεχαστείς; Πως μπορείς να περνάς καλά όταν κάθε μέρα αυξάνεται ένας άστεγος που κρυώνει, πεινά και διψά; Πιστεύω παλιότερα περνούσαμε καλύτερα γιατί είχαμε ακόμα κάτι από ανεμελιά. Τώρα την έχεις; Νομίζω τα φετινά Χριστούγεννα τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Γιατί χρωστάμε και στον εαυτό μας ομορφιά. Ας τα ομορφήσουμε λοιπόν! Που να πάρει, δεν πρέπει ν' αφήσουμε την πουτάνα την κρίση να μας διαλύσει! Ξέρω, ξέρω, δε μ' έχεις συνηθίσει να βρίζω, μα να χαρείς, άσε με ήσυχη απόψε! Που να πάρει, ο άνθρωπος έχει επιζήσει από πολύ δυσκολότερες συνθήκες. Πολέμους και βασανιστήρια, ασθένειες αργές κι επώδυνες. Που να πάρει, ποιος τους χέζει τους πολιτικούς, εμείς τι κάνουμε! Ίσως γίνομαι άδικη, μα να με συμπαθάς, θέλω και πρέπει να δείξουμε πυγμή, πείσμα κι επιμονή. Κι άλλο. Πιο πολύ.

Ας τ' αφήσω καλύτερα αυτό το θέμα γιατί θα βουρκώσω σαν ελαφρόψυχο ευαίσθητο και δεν το θέλω.

Από μικρή πιστεύω στην προσφορά. Έχω καλούς γονείς. Σου έχω πει πως μια ερώτηση που έκανα στον γυμναστή στο θεωρητικό μάθημα της γυμναστικής, κράτησε για τρεις εβδομάδες και μ' έκανε να θέλω να ζήσω στην Αφρική; Μάλιστα έστειλα mail σε περιοδικό εφημερίδας στο οποίο ζητούσα μια έρευνα για ανθρωπιστικές, εθελοντικές οργανώσεις. Μετά από λίγους μήνες είχαν τέτοιο αφιέρωμα κι ας ήταν σύμπτωση. Τα διάβασα, τα έψαξα, καταστάλαξα. Το είχα ήδη αποφασίσει κι έτσι μόλις τέλειωσα το σχολείο, το ανακοίνωσα στους γονείς. Είμαι σίγουρη πως ένιωσαν περήφανοι αλλά γουρλομάτιασαν μεταξύ τους κι ανασηκώσαν τους ώμους. Τους έπιασε ένας πανικός, βλέπεις γιατροί οι γονείς κι ο φόβος τους μ' έπεισε να μην το κάνω τότε. Από τότε δε μου 'χει φύγει, για την ακρίβεια δε μου 'φυγε ποτέ το μικρόβιο του εθελοντισμού αλλά τώρα εδώ στην πόλη ξέμαθα και απέκτησα φόβους. Που θα μου πάει όμως!

Μ' αρέσει ν' ακούω μουσική. Δε μπορώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή χωρίς τη μουσική. Είχα γράψει έκθεση σχετική στα γαλλικά. Μωρέ με τη μουσική τα ζεις όλα, συνυφασμένη με όλα. Ευτυχώς δεν έχω ταμπού στη μουσική, ακούω ότι αρέσει στ' αφτί μου. Μη μου βάλεις μόνο ότι έχει σχέση με metal. Και το i-tunes συνεχίζει να παίζει ″The winter - by Balmorhea.
Μ' αρέσει ο ήχος του σαξοφώνου και του βιολιού. Για φαντάσου να βρέχει και ν' ακούς σαξόφωνο...
Μ' αρέσει ο χορός. Να χορεύω, να τον βλέπω. Όλα τα είδη. Μ' αρέσουν και τα μιούζικαλ. Ωστόσο έχω μια παραξενιά, θέλω τη ″Λίμνη των κύκνων″ κλασσική κι απείραχτη από μοντερνιές. Ένα απ' τα δυο πράγματα που μετανιώνω είναι ότι παράτησα το μπαλέτο. Τρελαινόμουν για μπαλέτο. Ήμουν ανυπόμονη για τις πουέντς. Όταν τις πήρα, τις έβαλα και τις έδεσα και μόλις στάθηκα όρθια να της δοκιμάσω αυτό ήταν! Έρωτας με την πρώτη ματιά! Ένιωθα τόσο φυσική... Τσούζει λίγο το θέμα και τ' αφήνω κι αυτό.
Μ' αρέσει ο χορός μαζί σου. Ο ηλεκτρισμός, οι ματιές, τα κορμιά, η κίνηση, το άγγιγμα, ο ερωτισμός. Ω ναι, ο ερωτισμός! Όλα όσα μας βγάζει σ' εμάς τους δυο μαζί!
Κακά τα ψέμματα, ο χορός δεν κρύβει απολύτως τίποτα.

Θέλω να κάνω snowboard κι ας μην έχω κάνει ποτέ σκι - δε μ' ενδιαφέρει το σκι. Να πάρω το αντράκι μου και να ξεχαστούμε σ' ένα σαλέ σε κάποιο βουνό και να κάνουμε snowboard.

Θέλω να κάνω σαφάρι. Να είμαστε πολλοί όμως, όχι μόνο με τ' αντράκι.

Μ' αρέσει να ταξιδεύω. Είναι τόσο συναρπαστικό να βλέπεις διαφορετικούς τόπους και λαούς!

Θα ήθελα να ταξιδέψω στον χρόνο. Στη Νέα Ορλεάνη με τη τζαζ της, στη Νέα Υόρκη να δω τον Frank Sinatra ζωντανά, στη μποέμ ζωή του Παρισιού και των καλλιτεχνών, στην έναρξη του βωβού κινηματογράφου, στη μοναδικότητα της χρυσής αρχαίας εποχής, στην ανεμελιά των χίπηδων, στην επαναστατική μαχητικότητα των νέων αλλά και στη γυναικεία επανάσταση, στο πάρτι της Βουλιαγμένης του Κηλαηδόνη και τέλος να χωθώ στη μπουάτ που έπαιζε ο Μάνος Λοΐζος και τραγουδούσε η Χαρούλα κι ύστερα να τους σφίξω το χέρι. Να ζήσω τούτες τις συναυλίες που οι μεγάλοι Έλληνες τραγουδιστές εμφανιζόνταν μαζί. Ο πατέρας μου, ο οποίος σπούδασε στην Σιένα της Ιταλίας, είχε πιει καφέ με τον Έρνεστ Χεμινγουέι, είχαν καθήσει μαζί στο ίδιο τραπέζι! Για φαντάσου... Ήταν αλλιώς τότε!

Μ' αρέσει ν' ακούω τους μεγάλους να μιλούν για την δική τους καθημερινότητα και την διαφορετικότητα της εποχής τους, η οποία ακούγεται παλιά αλλά δεν είναι τόσο μακρινή. Μια άλλη οπτική της ιστορίας. Θυμάμαι την βραδιά εκείνη που κόπηκε το ρεύμα στο πατρικό σπίτι. Ήταν ο Κρητικός παππούς κι η γιαγιά απ' το χωριό. Μόλις οι γονείς άναψαν τις λάμπες του πετρελαίου και κεριά, οι παππούδες θυμηθήκαν τα δικά τους χρόνια. Πως ο παππούς βρέθηκε σ' ένα καράβι στον πόλεμο, μ' ένα σωρό άντρες χωρίς να ξέρουν που τους πάνε. Κι η γιαγιά να μας μιλά για το ρεύμα της εποχής που τους επέτρεπε να το ανάβουν συγκεκριμένες ώρες και για τον πόλεμο. Πως Γερμανοί, Άγγλοι και Ιταλοί είχαν καταλάβει το πατρικό μας και πως τους φερόντουσαν.

Θέλω να εξαφανίσουμε την επικαιρότητα. Γίνεται; Να δώσουμε αξία στην αγάπη και σημασία στο κέφι μας.

Θέλω να βλέπω τη μαμά να μας κοιτάζει ήρεμη. Θέλω να με σφίξει στην αγκαλιά της γιατί μου 'λειψε. Θέλω να πιω μια γουλιά στον πατέρα μου που δεν είναι πια εδώ και να ψήσω μπριζόλες στην θέση του, έτσι για να φέρω κάτι απ' τα παλιά. Θέλω να βρεθώ με τις αδελφές μου γιατί ξέρουμε να κάνουμε χαβαλέ σαν κανένα άλλο. Θέλω να φιλήσω τα ανήψια μου και να παίξω μαζί τους, ν' αφεθώ στην αθωότητα που μας εγκαταλείπει όσο η ηλικία τραβά την ανηφόρα της. Αν μπορούσα, θ' αγκάλιαζα όλα τα παιδάκια που περνούν τις γιορτές μόνα τους στα νοσοκομεία και θα τους έκανα δώρα. Θέλω να βρεθώ με τους ανθρώπους π' αγαπώ. Θέλω να κλείσω για μια νύχτα το Γκαζάκι μόνο για την πάρτη μας. Θέλω να καταρρίψουμε τα στερεότυπα, που μας εμποδίζουν να είμαστε ανοιχτόμυαλοι. Θέλω να είμαστε πιο τολμηροί κι αυθόρμητοι. Θέλω να βγούμε συνάνθρωποι απ' την κρίση, γιατί αλώβητοι μάλλον απίθανο. Θέλω με πείσμα ενός παιδιού να χιονίσει, για να θυμηθούμε τα παλιά λευκά Χριστούγεννα. Θέλω να μην χάσουμε την παιδικότητα αλλά και την ωριμότητα. Θέλω να μην χάσουμε τον ενθουσιασμό. Θέλω να είμαστε αισιόδοξοι. Θέλω το σπίτι να γεμίσει κι άλλο κόσμο. Θέλω να μ' αγαπούν και ν' αγαπώ. Η αγάπη είναι ότι απλόχερο υπάρχει. Love no matter what.-

Θέλω να έρθεις κι εσύ εδώ. Να σε γνωρίσουν όπως εγώ. Να τα περάσουμε μαζί. Αγκάλιασε με. Η αγκαλιά είναι η σπουδαιότερη χειρονομία της αγάπης. Μίλα μου. Μίλα μου, μην σταματάς. Πες μου κάτι, κάτι αλλοτινό πολύ που τραγουδά κι η Ελευθερία. Σ' αγαπώ!

Κοντεύει να ξημερώσει και κοιτάζω την ώρα. Αμαχητί η νύστα με προσπερνά. Κοίτα τώρα που μ' οδήγησε το χαμομήλι μαζί κι η μουσική... Κλείνω με τους στίχους που μου ήρθαν στο νου γράφοντας.

″Έλα σίμωσε και χόρεψε, ποιος χειμώνας τ' απαγόρεψε, δες η ανάσα μου συνόρεψε μ' ότι αξίζει στην ζωή, έλα σίμωσε κι αγκάλιασε, ότι μέσα μου κρυστάλλιασε"

Tuesday, September 20, 2011

Κάτω απ' την βροχή

Αμέτρητες ομπρέλες ανοιχτές γύρω του. Τρέχουν, ανοίγουν, προχωρούν, σταματούν, κλείνουν, στέκονται, μα όλες κρύβουν τα πρόσωπα τους. Γέρνει την ομπρέλα του στο πλάι κι αφήνει την βροχή να στάξει πάνω του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και ξεφυσά. Την κοιτάζει να μιλά στο κινητό χαζεύοντας την βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Σ' ένα βιβλιοπωλείο την γνώρισε. Η φωνή της μαρτυρά την φόρτιση της. Θέλει να της ομορφύνει τη μέρα. Μαζεύει την ομπρέλα του στην τσάντα και την πλησιάζει. "Ακολούθησε με" της ψιθυρίζει χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Την έπιασε απ' το χέρι και την πήγε να περπατήσουν στην άκρη του πεζοδρομίου. Εκτεθειμένοι στην βροχή. "Τι κάνεις; Βρεχόμαστε!". "Τι πειράζει;" και της χαμογελά. Λίγα μέτρα πιο κάτω συναντούν μια μπάντα του δρόμου να συνεχίζει τη μουσική παρά τον υγρό καιρό και σταματούν. Ο σαξοφωνίστας τους κλείνει το μάτι κι εκείνος τυλίγει το χέρι του στη μέση της και την σπρώχνει σε χορό. Χορεύουν στους ρυθμούς της τζαζ και της αγάπης τους. Δεν τους νοιάζει αν τους κοιτούν οι περαστικοί. Δεν τους νοιάζει που γελούν δυνατά. Δεν τους νοιάζει που στάζουν πια. Η φωνή της συνήλθε. Μετά από μισή ώρα σταματούν τον χορό. Αποχαιρετούν τη μπάντα, παίρνουν τον ηλεκτρικό και γυρνούν στο σπίτι τους. Με την ομπρέλα κλειστή στην τσάντα.

Monday, August 29, 2011

Νυχτερινή ησυχία

Έχει ψυχρούλα απόψε μα ευτυχώς δεν φυσά.
Τα περισσότερα φώτα των σπιτιών είναι σβηστά. Άραγε πόσοι ξενυχτούν απόψε; Πόσους γοήτευσε σιωπηρά τούτη η νύχτα; Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξενυχτώ εδώ έξω. Στη σιγαλιά της εικόνας σου. Στην ησυχία της νύχτας.
Κοιτάζοντας τον ουρανό... Την θέα των πεφταστεριών... Πως λάμπουν, πως ξεθωριάζουν... Την δύναμη μιας ευχής... 
Τούτη η νύχτα σίγησε. Μονάχα η θάλασσα ηχεί στα βράχια. Μαζί κι η ανάσα του ύπνου σου.
Τι ωραία υποφερτή που είναι τούτη η σιωπή!
Στιγμές... Παντού στιγμές αλησμόνητες να χαϊδεύουν του νου ευχές και νοσταλγίες. Και ζωές...
Εσύ... Μόνο εσύ...
Ίσως να 'ναι τρεις. Δεν θέλω να πάμε μέσα. Δεν θέλω να σε ξυπνήσω. Δεν χορταίνω να σε κοιτάζω!
Έπεσε κι άλλο αστέρι. Πρόλαβα να κάμω ευχή. Αχ, η δύναμη μιας ευχής, αχ!
Μ' αρέσει που κουλουριάζεσαι όλο και πιο πολύ πάνω μου κάθε φορά που νιώθεις ένα τρυφερό μου φιλί. Μ' αρέσει που μ' αγαπάς και σ' αγαπώ.
Κράτα με... Μόνο κράτα με...
Κι ας κοιμάσαι, άσε ν' ανατριχιάζει η αύρα της ανάσας σου τρυφερά το λαιμό μου.
Ας κοιμηθούμε έξω. Πάνω στο γρασίδι. Κάτω απ' τον ουρανό. Πιο απλά θα βρούμε πάλι έτσι;
Εμείς οι δυο μόνοι και μαζί όλος ο κόσμος.
Σκόρπισε η νύχτα την σκοτεινή ομορφιά της.

Tuesday, May 17, 2011

Sand

Να κοίτα!
Ήρθε!
Απλώνεται πάνω μας.
Ξεσηκώνει το κορμί.
Να κοίτα...
Πως σε κοιτώ όταν είσαι δω.
Πως χαμογελάς όταν ανεμίζεις τα μαλλιά μου.
Πως σ' ακούω όταν μου μιλάς.
Με ηλεκτρίζεις όπως κι αν μ' αγγίζεις.
Να κοίτα...
Πως το φεγγάρι λαμποκοπά στην θάλασσα.
Βούτηξα το πόδι στην άκρη της.
Είναι κρύα, είναι γαλήνια.
Να κοίτα...
Πως εσύ με βούτηξες μετά στα κλεφτά...
Έλα λίγο να κάτσουμε χάμω.
Βουβοί.
Τάισε με απ' τις φράουλες που έφερες.
Να κοίτα...
Γεύομαι τον έρωτα στην πρώτη τους μπουκιά.
Μ' αρέσει αυτή η γεύση.
Σειρά μου τώρα.
Έλα λίγο να χορέψουμε.
Ξυπόλητοι στην άμμο.
Και πάμε μετά.
Να κοίτα...
Πως αφέθηκες...
Πως με πλάνεψες...
Πιάσε με και πάμε.
Να κοίτα...
Πως περνάμε οι δυο μας!
Να κοίτα!
Ήρθε!
Κι άλλο καλοκαιράκι περνά...
Και περνάει μαζί σου...

Friday, May 13, 2011

- And dance along to your latest tune*

Brett Anderson (& Emmanuel Seigner) - Back to you

Σ' ένα ξένο δωμάτιο

Τούτες τις μέρες αποχαιρετιστήκαμε σ' ένα ξένο δωμάτιο. Λίγο πριν την ανάσα εκείνη που τον πρόδωσε. Την φοβόταν μα στο τέλος την αποζητούσε για να λυτρωθεί στην αξιοπρέπεια που τόσο εξυμνούσε.
Δεν του είχε μείνει τίποτα άλλο παρά μόνο το αντίο. Δεν χωρούν πολλά σε δυο αντίο. Και δεν θέλεις να τα χαραμίσεις σε φανφάρες και σπαραγμούς. Τα θες σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς κανένα κρυφτό.
Δυο σ' αγαπώ, δυο ζευγάρια χέρια σφιχτά δεμένα, δυο αντίο.
Πως να του κρυφτείς; Όταν τα μάτια του προλαβαίνουν αυτά που δεν τόλμησες να σκεφτείς;
Δεν ξανάδα το βλέμμα του τόσο διάφανο και τόσο κρυστάλλινο. Ίσως πάλι να 'ταν εντύπωση μιας έντονης στιγμής...
Μόνοι και μαζί. Γενναίοι κι ευάλωτοι. Ταυτόχρονα. Απ' τις φορές που νιώθεις ερημιά και συντροφικότητα μαζί. Μοιραζόμασταν διαφορετικά ότι εκείνος κουβαλούσε.
Ήταν πια θέμα ημερών και το ξέραμε. Έχουν πάψει όλα τα άλλα στάδια. Σου 'χει μόνο η παραδοχή. Δεν ξέρω τι είναι. Γνώση συμβιβασμού, γνώση παραίτησης ή γνώση θάρρους; Ξέρω πως η παραδοχή είναι λυτρωτική με την συμφιλίωση της.
Θέλει γερά κότσια να ξέρεις πως ο θάνατος σε παραμονεύει. Ιδίως όταν πια δε μπορείς να τον αποτρέψεις. Βαρύ φορτίο κουβαλούσε για να τον κατανοήσεις. Μάλλον ήταν δυσκολότερο απ' το να τον βλέπεις να χάνεται μέρα με τη μέρα. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε η αρρώστια μέσα στο κορμί του. Στήριγμα χρειαζόταν κι ήμουν πλάι του. Απ' την αρχή ως το τέλος. Σα να ήμασταν μια γροθιά. Πάλεψε, συμφιλιώθηκε, ηττήθηκε. Παλέψαμε, συμφιλιωθήκαμε, ηττηθήκαμε. Μ' όλα όσα μας περικύκλωναν.
Χωρέσαμε όσα δεν θα προλαβαίναμε. Λιγοστός ο χρόνος. Πικρό το περιθώριο του. Μου είπε να μην λυγίσω, μα εγώ λύγισα. Μου είπε να μην κλάψω, μα εγώ έκλαψα. Μου είπε να μην θρηνήσω, μα εγώ θρήνησα. Είναι αμείλικτα αυτά.
Η απώλεια σ' αλλάζει. Δεν το επιδιώκεις, γίνεται από μόνο του. Μετράς αλλιώς ότι αξίζει. Σκληραίνεις και μαλακώνεις. Ταυτόχρονα.
Μου είπε να μην σταματήσω να ζω κι εγώ τον άκουσα.
Σου λείπει αλλά δεν τον ξεχνάς. Τον αναζητάς κι αν κάπου κάπου τον νιώσεις, χαίρεσαι κι ας το επινόησες.
Πάντα μου λείπεις. Πάντα σ' αγαπώ. Πάντα σ' αναζητώ μα ξέρω γύρω μου κάπου θα σε βρω.

Wednesday, May 4, 2011

″Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια... Αυτά που θα σ' αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις…″ Θανάσης Βέγγος - Ένας ωραίος άνθρωπος!

Monday, April 18, 2011

Κρύο μες την άνοιξη

Έβγαλε κρύο απόψε η άνοιξη. Έκλεισε τα πατζούρια χαμογελώντας στην θέα της λίμνης που έκρυβε λίγο - λίγο. Έσβησε τα φώτα κι άφησε αναμμένο το πορτατίφ για χάρη της. Πήγε κοντά της, την σκέπασε και της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της. Πήγε στο υπνοδωμάτιο της. Αυτό που κάποτε ήταν το δικό της παιδικό δωμάτιο. Οι νυχτερινές ώρες ήταν ανέκαθεν οι προσωπικές της. Σήμερα δεν είχε το κουράγιο να κάνει ότι συνήθιζε. Ήταν αρκετά αδύναμη. Ξάπλωσε κι άνοιξε το βιβλίο εκεί που ήταν αφημένος ο σελιδοδείκτης. Δεν πρόλαβε να διαβάσει την δεύτερη σελίδα όταν επανεμφανίστηκε δριμύτερος. Άρχισε πάλι να βήχει. Σηκώθηκε και πήρε κι άλλο φάρμακο. Έριξε ένα πλεκτό σάλι στους ώμους της και κάθησε στην κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν ξύλινη και σκαλιστή και μετρούσε χρόνια απ' την προγιαγιά της. Άνοιξε την τηλεόραση και το άφησε σε μια ασπρόμαυρη ταινία. Από παιδί λάτρευε τις ασπρόμαυρες ταινίες. Όταν τέλειωσε η ταινία, ένιωσε το φάρμακο να νικά τον βήχα. Ξάπλωσε πάλι. Ήλπιζε πως απόψε θα την επισκεπτόταν ο Μορφέας. Ήλπιζε πως θα ξεπερνούσε τον βήχα, αλλά ο βήχας επέστρεψε δυνατότερος. Όλη η νύχτα κύλησε έτσι. Ήταν εξίμισι τα χαράματα όταν σηκώθηκε πάλι. Εξαντλημένη κι ιδρωμένη, σε κάθε τράνταγμα του βήχα πονούσε όλο το κορμί της και γρατζουνούσε όλο και πιο βίαια το λαιμό της και τα πνευμόνια της. Ένιωθε πως της έκλεβε τις πνοές. Πήγε με το ζόρι στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε καινούριες ρυτίδες, τους μαύρους κύκλους, τα εξασθενισμένα μάτια και χείλη. Το βλέμμα της. Έχασε την ισορροπία της αλλά ευτυχώς στηρίχθηκε στο νιπτήρα. Έριξε νερό στο πρόσωπο της και ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Οι στάλες κυλούσαν στο πρόσωπο της και μερικές δρόσιζαν το στήθος της. Το βλέμμα της ήταν το ίδιο. Προχώρησε στον διάδρομο και την κοίταξε. Μετά γύρισε γρήγορα στο δωμάτιο της για να μην ξυπνήσει. Έκλεισε την πόρτα κι άνοιξε τα πατζούρια με πείσμα. Γύρισε την κουνιστή πολυθρόνα προς τη λίμνη, έβαλε το σάλι στους ώμους της και κάθησε. Άκουγε τους τριγμούς που προκαλούσε η κούνια στο ξύλινο πάτωμα. Κοιτούσε τη λίμνη και περίμενε βήχοντας.  Ο βήχας την αποδυνάμωσε πια. Ο κρύος αέρας ήταν παρηγοριά στο κορμί της. Ένιωθα τα μάτια της να υγραίνονται. Πήρε ένα μολύβι κι ένα χαρτί απ' το κομοδίνο. Άρχισε να γράφει. Τα χέρια της έτρεμαν. ″Συγνώμη που δεν πρόλαβα. Ήθελα να σε ζήσω κι άλλο. Σ' αγαπώ τόσο..." Δεν πρόλαβε να τελειώσει την τελευταία πρόταση. Δεν πρόλαβε να βάλει την τελευταία τελεία της. Το χέρι της σταμάτησε κι έπεσε στο πλάι και το μολύβι στο πάτωμα.

Monday, January 3, 2011

Beautiful rainy day

Πριν λίγο έκλεισα τα παντζούρια. Χάζεψα. Όλα υγρά, όλα ήσυχα, όλα θολά. Όλο τόσο νουάρ... Χαμογελούσα μόνη. Η δεύτερη μέρα του έτους μας ξημέρωσε βροχερή. Ένα τραγούδι μου ήρθε. "Catch a falling star and put it in your pocket, never let it fade away, save it for a rainy day". Ωραία περάσαμε. Δεν αλλάζω με τίποτα τα βλέμματα, τα φιλιά και τις αγκαλιές που μοιραζόμαστε κάθε χρόνο, στον ίδιο χώρο με τους ίδιους σχεδόν ανθρώπους - κι αυτοί που λείπουν, δε λείπουν μέσα μας, τις ευχές που ανταλλάσουμε με αγάπη. Αυτό είναι δώρο και τύχη. Να πηγάζει από μέσα σου το χαμόγελο κι όχι να το φοράς. Καλή μας χρονιά!

Saturday, December 11, 2010

Χιονίζει! Χιονίζει!

Ήρθε! Γέμισε την πόλη όλη! Κάνει παγωνιά έξω κι οι νιφάδες ζωγραφίζουν μια λευκή πόλη! Μ' αρέσει, σαν παιδί το ευχαριστιέμαι! Με τις κουρτίνες ολάνοιχτες πίνοντας ζεστό τσάι αρωματικό! Τι κι αν δεν το στρώσει; Χιονίζει! Χιονίζει!

Tuesday, October 5, 2010

What a glorious feeling!

Είναι νωρίς, ακόμα απόγευμα κι όμως βράδιασε. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Η κουρτίνα ανεμίζει πίσω μου και πότε πότε μου ηλεκτρίζει τα μαλλιά. Τα σύννεφα σκέπασαν την πόλη. Βρέχει.  Έχει ψυχρούλα. Το φθινόπωρο μάλλον ήρθε για να μείνει. Όλα είναι τόσο ήσυχα και τόσο λαμπερά στην βροχή. Σταυρώνω τα χέρια στο στήθος. Κρυώνω. Κλείνω τα μάτια κι όλα σιωπούν περισσότερο. Μόνο η μελωδία των βροχοσταλιών παίζει στον δικό της ρυθμό. Κάπου κάπου ακούγεται ο θόρυβος των αυτοκινήτων που περνούν. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και μια άλλη ανατριχιάζει το λαιμό μου. Γέρνω προς τα πίσω και νιώθω το χτυποκάρδι του. Με τυλίγει κι εγώ κουρνιάζω στην αγκαλιά του. Χωρίς λαλιά. Μυρίζω το άρωμα του. Μυρίζω το βροχερό χώμα. Αγαπητές μυρωδιές ανακατεμένες. Θέλει να μοιράζεται. Σε δικές μου στιγμές να ζει, να χωράει. Σφίγγω τα χέρια του. Τα δικά του με σφίγγουν λίγο πιο δυνατά. Με ζεσταίνει. Πάντα με ζέσταινε. ″I'm singing in the rain, just singing in the rain…″ τον ακούω να τραγουδάει και να με καλεί σε χορό. Πώς να μην τον ακολουθήσω; Είμαι τόσο τυχερή! ″...What a glorious feeling″!

I'm singing in the rain, just singing in the rain
what a glorious feeling
and I'm happy again
I'm laughing at clouds, so dark up above
the sun's in my heart and I'm ready for love
let the stormy clouds chase
come on with the rain, I've a smile on my face
I walk down the lane with a happy refrain
just singing, singing in the rain
dancing in the rain, I'm happy again
just singing in the rain
I'm singing and dancing in the rain

Friday, September 24, 2010

Είναι κάποιες μέρες άτιμες. Συγκεκριμένες. Κι αν τα χρόνια περνούν, έρχεται η μέρα που σε γυρνά εκεί πίσω. Το ξαναπερνάς. Άλλοτε πιο έντονα κι άλλοτε πιο ήπια. Βλέπεις τις ίδιες σκηνές. Οι ίδιες αισθήσεις πάλι. Βαθύτερες, ξεπερασμένες. Είναι οι μέρες που σε νικούν όσο κι αν νομίζεις πως τις ξεπερνάς. Ανήμπορος στη θύμηση της. Χαραγμένη την κουβαλάς. Προχωράς. Ναι. Για μια μέρα όμως αφήνεσαι γιατί δεν σ' αφήνει αυτό. Γιατί μερικά γεγονότα σου αφήνουν σημάδια που δύσκολα ξεφτίζουν. Σήμερα είναι μια τέτοια μέρα, μια μέρα δική μου. Και το μόνο που ζητώ είναι ένα χάδι. Το δικό σου χάδι μόνο. Κι ας μη μου το δώσεις, εγώ θα το ζητώ βουβά. Σημερινή ανάγκη. 

Saturday, August 28, 2010

Έχει δροσιά...
Κι αέρα...
Άκου τον παφλασμό των κυμάτων!
Ακούω.
Είμαι ξυπόλητη. Φορώ σορτς και ζακέτα.
Κι εγώ ξυπόλητος με φούτερ.
Με θέα τ' άστρα...
Και την θάλασσα...
Ρομάντζο μ' ακούγεται
Με το φεγγάρι γεμάτο...
Ατμοσφαιρικό
Ναι, η εξοχή βλέπεις...
Βάλε σαγκρία!
Τα μεζεδάκια...
Μουσική...
Τσιγάρο...
Παρεάκι...
Έμπνευση!
Έχεις κάτι να μου διαβάσεις;
Όχι τώρα. Θέλω τον έρωτα!
Εμείς!
Το βλέμμα σου...
Ζωή...
Δεν θέλω άλλο την πόλη;
Αυτήν την πόλη;
Αυτήν!
Επιστρέφουμε σ' αυτήν αύριο.
Μμμ... Μετά το μπάνιο.
Μετά. Ξέρεις τι ονειρεύομαι;
Το φαντάζομαι.
Κι εσύ;
Κι εγώ τι;
Το ονειρεύεσαι;
Ξέρεις...
Θέλω να μου πεις!
Την ευτυχία.
Σ' αγαπώ...
Κι εγώ,πολύ...

Κάτι άλλο.
Πες.
Επιστρέψαμε;
Τι εννοείς;
Δεν περάσαμε ωραία χθες;
Πάντα!
Μια εικόνα ονειρευτή.
Θυμηθήκαμε τα όνειρα μας.
Μ' αρέσει το μας! Δεν ήθελες να ξημερώσει.
Ούτε εσύ.
Απόλαυση...
Μ' ένα σου χάδι...
Σήμερα φτιάξαμε βαλίτσες.
Μμμ...
Πήγαμε για μπάνιο.
Τι θέλεις;
Φτάσαμε εδώ.
Ναι.
Άνοιξα τα παράθυρα.
Μύριζε πολύ.
Κοίτα. Σ' αρέσει;
Οι διακοπές τελείωσαν. Λες να μ' αρέσει;
Μμμ...
Δεν σ' αρέσει ε;
Όχι πολύ. Επιστρέψαμε;
Γλυκό μου!
Πες! Επιστρέψαμε;
Αν το θες όχι...
Πότε τότε;
Όταν θα 'μαστε έτοιμοι.
Εσύ το θες;
Ναι! Μαζί σου μόνο!
Μαζί!
Κράτα με!

Friday, July 2, 2010

Ζω σε μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις. Έχει γωνιές γραφικές, έχει γωνιές μοντέρνες. Έχει γωνιές που ευτυχούν, έχει γωνιές που πονούν. Μεγάλωσα σ' έναν άλλο τόπο. Τόπος στάσιμος σαν το βούρκο. Όχι δε μπορεί να 'ναι ο τόπος μου αυτός. Στα ταξίδια μου τα λίγα είδα κόσμους ωραίους. Παραδοσιακούς, βιομηχανικούς, ωραίους, φυσικούς, αναξιοποίητους κι αξιοποιημένους. Στις διακοπές όλα τα χαίρεσαι αλλιώς. Στις διακοπές όλα φαίνονται αλλιώς. Μα αν βρίσκεις λίγο λίγο κάτι από σένα; Η πόλη που ζω ίσως ήταν καλύτερη παλιά. Τρεις δρόμοι δεν αρκούν να την κάνουν όμορφη. Οι άνθρωποι που αγαπάς και μένουν στην ίδια πόλη την κάνουν όμορφη; Της χαρίζει βεβαίως κι άλλο. Μα ζω σε μια πόλη που δεν είμαι εγώ. Άλλες φορές ξεφεύγω στην ποιητική αρμονία του Σαίξπηρ. Έχεις διαβάσει το The midnight summer dream; Έχεις δει μήπως την ταινία; Ξυπόλητοι στην φύση. Ρούχα φτιαγμένα από υλικά της φύσης. Με ανθιστή και πολύχρωμη φύση. Δεντρόσπιτα και βραχόσπιτα. Κολύμπι στις λίμνες. Πιάτα από πλατιά φύλλα και φλογέρες από κλαδιά. Με φυσικό φαγητό. Αυτά ακούγονται ρεαλιστικά αλλά πολύ, όμως πολύ παλιά. Με νεράιδες και ξωτικά. Μάγισσες με τα ξόρκια τους. Τον γέρο να μαθαίνει τα βότανα. Άνθρωποι και πλάσματα. Ωραίο ε; Το καλό και το κακό ξεκάθαρα. Το χρήμα ανύπαρκτο. Πες με ονειροπόλα, αλλά είναι ένας κόσμος με φυσικές κι ειλικρινείς ανέσεις. Ας είναι παραμύθια, δε μ' ενοχλεί. Μ' ενοχλεί που η πόλη που ζω δεν είμαι εγώ. Δε με χωράει πια ακόμα κι αν ξορκίσω ότι με στοιχειώνει.
Πατρίδα μου σ' αναζητώ. Πατρίδα μου όταν σε βρω σε σένα θα πορευτώ.

Thursday, July 1, 2010

Είναι καλά...

Κάθεσαι έξω στο στέκι με φίλους μες στη μεσημεριανή ζέστη. Σου φέρνουν ζεστό καφέ και σε πειράζουν και γελούν. Παρήγγειλες αφηρημένο καμπουτσίνο ενώ ήθελες φρέντο, αλλά πως να πιεις ζεστό ρόφημα ενώ ζεσταίνεσαι; Βαριέσαι λίγο γιατί συζητούν τα επιστημονικά τους, καθώς εσύ ανήκεις στα δημιουργικά. Μετά μιλάτε γενικότερα. Διακοπές, νησιά, θάλασσες, χώρες, πολιτική, σινεμά, θέατρο... Χαζεύεις που και που τους περαστικούς. Κάθεσαι χαλαρά γιατί όλα είναι καλά. Όλα είναι καλά... Αμέ! Αλλά... Ένα τηλεφώνημα... Ακούς "ατύχημα". Γυρνάς το κεφάλι. Ακούς "παρολίγον επικίνδυνο τρακάρισμα". Ουάου! Ακούς νοσοκομείο. Δεύτερο ουάου! Ακούς "χτύπησε στην σπονδυλική στήλη". Τρίτο ουάου! Μετά δεν χωρούν άλλα ουάου γιατί μαθαίνεις πως πρόκειται για την αδελφή σου. Μια στιγμή κι είσαι πάλι κοντά σε χαμό. Μια στιγμή αρκεί να σ' αναστατώσει πάλι την ζωή. Φεύγεις και πας κοντά της. Και την κοιτάζεις. Ξαπλωμένη, πονάει και πρέπει να μείνει ακίνητη πάνω στην άβολη, σκληρή σανίδα, όμως χαμογελάει... Σοκαρισμένη και σιωπηλή, όμως χαμογελάει... Σε κοιτά βουρκωμένη και φοβισμένη, όμως χαμογελάει γιατί έζησε... Και της χαμογελάς και της μιλάς και την χαϊδεύεις. Συγκινημένα. Ευτυχώς είναι καλά! Ευτυχώς θα γίνει καλά! Η ζωή είναι τόσο εύθραυστη, όσο κι αν κατέχεις τη σιγουριά της νιότης. Η αδελφή μου έζησε από θαύματα κι όχι θαύμα. Ναι! Εγώ τα λέω θαύματα γιατί υπάρχουν! Αν ήξερες, μόνο αν ήξερες...